Τηλ. Κέντρο: 210-2530600 (24 ώρες) - Κιν: 6934-510604

Μετά τον θάνατο κάποιου αγαπημένου προσώπου, αρκετές φορές παρατηρούνται επιπλοκές όπως στις περιπτώσεις όπου το πένθος παρατείνεται, η απώλεια δεν έχει γίνει αποδεχτή, εμφάνιση κατάθλιψης ή σύνδρομο μετατραυματικού στρες που χρειάζεται η παρέμβαση ειδικού ψυχικής υγείας.

Ο πρώτος στόχος είναι να γίνει αποδεκτή η πραγματικότητα της απώλειας. Ακόμη και στην περίπτωση ενός αναμενόμενου θανάτου (π.χ. από καρκίνο), όταν μπορεί να είχε παρατηρήσει η οικογένεια την όλη κατάσταση και την έκπτωση της σωματικής κατάστασης, υπάρχει μια σχετική αίσθηση μη ρεαλισμού όταν έρχονται οι ειδήσεις ότι το πρόσωπο έχει πεθάνει. Αυτή η αίσθηση της άρνησης της πραγματικότητας υψώνεται πολλές φορές όταν ο θάνατος είναι ξαφνικός ή βίαιος.

Ο δεύτερος στόχος είναι να βιωθεί ο πόνος της απώλειας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να υποφέρουν και προσπαθούν να συντομεύσουν την οδύνη του θρήνου. Εντούτοις, εάν ο πόνος δεν γίνεται αισθητός κατά την φάση του πένθους, μπορεί να επιστρέψει αργότερα, συνδεμένος με άλλη απώλεια. Μπορεί να φανερωθεί ως κάποιο είδος σωματικού συμπτώματος ή κάποια μορφή παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς.

Ο τρίτος στόχος είναι η προσαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου ο αποθανών λείπει. Οι προσαρμογές μπορούν να ταξινομηθούν ως εξωτερικές, εσωτερικές, ή πνευματικές.

Ο τέταρτος στόχος περιλαμβάνει την εύρεση μιας θέσης στη ζωή κάποιου για τον θανόντα. Εάν ένα πρόσωπο προσπαθεί να κρατήσει τη σχέση με αυτόν που πέθανε ακριβώς όπως ήταν πριν από το θάνατο, το πρόσωπο δεν μπορεί να “προχωρήσει” στην ζωή του.

Τέλος, χρειάζεται να έχουμε υπ’ όψιν ότι ο θρήνος αποτελεί φυσιολογική προσαρμογή στην απώλεια. Τα έντονα συναισθήματα του θρήνου χρειάζεται να αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικά ως μία προσαρμογή του ανθρώπου που πενθεί στις νέες συνθήκες ζωής χωρίς τον άνθρωπο που έχει φύγει από την ζωή.